Παιδαγωγική - Ψυχολογία - Σχολή Γονέων

Σεμινάριο Παιδαγωγικής - Ψυχολογίας με την Δρ Κοινωνικής Ψυχολογίας Ράνια Κυριαζή, που έγινε στο πλαίσιο της Σχολής Γονέων του Συλλόγου Εργατικής και Λαϊκής Επιμόρφωσης, την Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018 στο Δημαρχείο Αγίου Δημητρίου.

Θέμα: «Το παιδί που δυσκολεύεται να ολοκληρώσει τις εργασίες του και να συγκεντρωθεί.Πώς θα το βοηθήσουμε;»


Φίλες και φίλοι,

Δηλώστε συμμετοχή στον "Ιστορικό περίπατο στην Κατοχική Αθήνα" στα τηλέφωνα που θα βρείτε με την επιλογή σας: 

ΛΗΨΗ περίπατο... 1)-2.pdf


Παιδαγωγική - Ψυχολογία - Σχολή Γονέων

Σεμινάριο Παιδαγωγικής - Ψυχολογίας με την Δρ Κοινωνικής Ψυχολογίας Ράνια Κυριαζή, που έγινε στο πλαίσιο της Σχολής Γονέων του Συλλόγου Εργατικής και Λαϊκής Επιμόρφωσης, την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018 στο Δημαρχείο Αγίου Δημητρίου.

Θέμα: «Το παιδί μου αρνείται να ακολουθήσει κανόνες και να τηρήσει όρια: Τι μπορώ να κάνω γι΄ αυτό;»


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ("ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ")
Σάββατο 21-4-2018

«Νέες μορφές εξάρτησης στα παιδιά και στους εφήβους»
Εισηγητής: Γιάννης Χουστουλάκης, Παιδοψυχίατρος 


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΘΕΑΤΡΟ»
3ο Μάθημα • Δευτέρα, 26-2-2018

«Βασίλης Ρώτας και Θέατρο Σκιών. Αναφορές - Επισημάνσεις - Προσεγγίσεις».
Εισηγητής: Θανάσης Ν. Καραγιάννης.
Συμμετέχει ο ηθοποιός - σκηνοθέτης Τάκης Βαμβακίδης.


Σεμινάριο Ιστορίας

Κυριακή, 4-3-2018
Ιβάν Μιχαΐλοβιτς Μαΐσκι,
Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;
Διδάσκων: κ. Μάνος Θερμός, Γεωλόγος


Μαρία Κα­νέλ­λη-Schaal: Θυ­μά­σαι... ιστο­ρί­ες - μνή­μες

ΑΠΟ HERKO ΣΤΟ ΜΑΡ 10, 2018 ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΠΑ­ΡΟΥ­ΣΙΑ­ΣΕΙΣ

ΑΤΕΧΝΩΣ (atexnos.gr/μαρία-κανέλλη-schaal-θυμάσαι-ιστορίες-μ/)

Οι εκδόσεις ΕΝΤΟΣ πραγματοποίησαν εκδήλωση, με τη στήριξη του Συλλόγου Εργατικής & Λαϊκής Επιμόρφωσης, στις 8 του Μάρτη 2018, στη Στοά του Βιβλίου, για την παρουσίαση του βιβλίου της κ. Μαρίας Κανέλλη-Schaal, Θυμάσαι...ιστορίες-μνήμες, με μεγάλη επιτυχία!

Πα­ρου­σιά­ζει ο Θα­νά­σης Ν. Κα­ρα­γιάν­νης* //

Ήρθε πρό­σφα­τα στα χέρια μου αυτό το σύ­ντο­μο αφή­γη­μα, σε μέ­γε­θος μι­κρής νου­βέ­λας, με τον τίτλο «Θυ­μά­σαι... ιστο­ρί­ες-μνή­μες» Εκ­δό­σεις ΕΝΤΟΣ, Αθήνα 2017, σελ. 107, πα­ρα­κι­νώ­ντας με να θυ­μη­θώ κι εγώ μαζί με τη συγ­γρα­φέα του. Και ανοί­γο­ντάς το, δια­βά­ζω το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μότο που θέτει η συγ­γρα­φέ­ας του σε μια από τις πρώ­τες σε­λί­δες του βι­βλί­ου της: «Το θά­να­το δεν τον φέρ­νουν τα γη­ρα­τειά, αλλά η λήθη», άποψη του Γκα­μπριέλ Γκαρ­θία Μάρ­κες.

Άρα, ο ανα­γνώ­στης αμέ­σως προ­σα­να­το­λί­ζε­ται στο δί­πο­λο μνή­μη-λή­θη.

Η συγ­γρα­φέ­ας ανα­φέ­ρει πα­ρα­κά­τω: «Λένε πως η μόνη πε­ριου­σία μας είναι η μνήμη».

Στο κεί­με­νο του οπι­σθό­φυλ­λου, δια­βά­ζω, και άλλες συγ­γε­νι­κές έν­νοιες και φρά­σεις: «νο­σταλ­γία», «ιστο­ρι­κή μνήμη», «διαρ­κής αιώ­ρη­ση από το χτες στο σή­με­ρα», «από τη ζώσα μνήμη στην αδυ­σώ­πη­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», «ει­κό­νες κι αρώ­μα­τα μιας αλ­λο­τι­νής επο­χής».

Επί­σης, στο κεί­με­νο του οπι­σθό­φυλ­λου, που εί­θι­σται να δια­βά­ζει ο ανα­γνώ­στης, πριν από την ανά­γνω­ση του κάθε βι­βλί­ου, συ­να­ντού­με ένα ιερό πρό­σω­πο όλων μας, τη μάνα. Δια­βά­ζω: «Όταν η νο­σταλ­γία για την εμ­βλη­μα­τι­κή μορφή της μάνας πα­ντρεύ­ε­ται με την ιστο­ρι­κή μνήμη», «η κα­τά­θε­ση της Μα­ρί­ας Κα­νέλ­λη απο­τυ­πώ­νει με λε­πτές, δια­κρι­τι­κές γραμ­μές την προ­σω­πο­γρα­φία της μάνας».

Απ' ότι φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα σε όλο το κεί­με­νό της η κ. Κα­νέλ­λη εντάσ­σει τη μη­τέ­ρα της στο «Ει­κο­νο­στά­σι των Ανώ­νυ­μων Αγίων» του Γιάν­νη Ρί­τσου, με σε­βα­σμό και νο­σταλ­γία.

Ύστε­ρα, βυ­θί­ζο­μαι στην ανά­γνω­ση του βι­βλί­ου των 103 σε­λί­δων, που εξέ­δω­σαν σε μια συ­μπα­θη­τι­κή και κα­λαί­σθη­τη έκ­δο­ση οι εκ­δό­σεις ΕΝΤΟΣ, των δρα­στή­ριων αυτών ερ­γα­τών του βι­βλί­ου, της κ. Μα­ρί­ας και του κ. Θέμη Φα­σού­λα.

Πρό­κει­ται για ένα αφή­γη­μα, με στρω­τή γραφή -κατά ση­μεία λο­γο­τε­χνι­κή και ποι­η­τι­κή- και με νο­σταλ­γι­κό συγ­γρα­φι­κό ύφος μιας ευαί­σθη­της φυ­σιο­γνω­μί­ας, η οποία επι­διώ­κει, και το πε­τυ­χαί­νει, να κάνει ένα μνη­μό­συ­νο στην αγα­πη­μέ­νη της μη­τέ­ρα, με την κα­τα­γρα­φή και πε­ρι­γρα­φή ανα­μνή­σε­ων, μπλεγ­μέ­νων και ενταγ­μέ­νων στο ιστο­ρι­κό γί­γνε­σθαι αρ­κε­τών δε­κα­ε­τιών του 20ού αιώνα, αλλά και μιας ηρω­ι­κής και δύ­σκο­λης επο­χής για την ερ­γα­τι­κή τάξη και τα λαϊκά στρώ­μα­τα της πα­τρί­δας μας (της Κα­το­χής και του Εμ­φύ­λιου, ιδιαί­τε­ρα).

Είναι έκ­δη­λη η ανά­γκη της συγ­γρα­φέα να ανα­τρέ­ξει στα παι­δι­κά και εφη­βι­κά της χρό­νια, εν­δο­σκο­πώ­ντας, αλλά και πε­ρι­γρά­φο­ντας σκη­νές και τοπία των Με­σο­γεί­ων (της «Με­σο­γαί­ας Ατ­τι­κής», όπως την ονο­μά­ζει) και της Αθή­νας, αρ­χι­κά των δε­κα­ε­τιών 1940, 1950 και 1960, και στη συ­νέ­χεια μέχρι τα τέλη του αιώνα που έφυγε, δια­πι­στώ­νο­ντας ότι ο χρό­νος συ­μπα­ρα­σύ­ρει τα πράγ­μα­τα στη φθορά και στην κα­τα­στρο­φή, ενώ συγ­χρό­νως μας δη­μιουρ­γεί έντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα θλί­ψης και ανα­πό­λη­σης:

«Τα παν­τζού­ρια, όσα έχουν απο­μεί­νει, κρέ­μο­νται ξε­κάρ­φω­τα, τα πα­ρά­θυ­ρα, σκο­τει­νά πε­λώ­ρια ανοίγ­μα­τα στο κενό, χά­σκουν ορ­θά­νοι­χτα, τα μπαλ­κό­νια ρη­μαγ­μέ­να, φα­γω­μέ­να απ' τη σκου­ριά, τα χρώ­μα­τα ξε­θω­ρια­σμέ­να, ένα ερεί­πιο το σπίτι που μας είχε φι­λο­ξε­νή­σει σε δύ­σκο­λους και­ρούς. [...] πάνω στους ξε­φτι­σμέ­νους τοί­χους ξε­χω­ρί­ζουν, διά­σπαρ­τα, κομ­μά­τια από σοβά ξε­κολ­λη­μέ­να σαν από χτύ­πη­μα σφυ­ριού, θα 'λεγε κα­νείς σή­με­ρα, όμως στ' αλή­θεια ση­μά­δια από σφαί­ρες. Πλη­γές από τη μάχη της Αθή­νας στα χρό­νια του εμ­φύ­λιου...»

Η δομή του βι­βλί­ου πα­ρου­σιά­ζει μια ιδιο­μορ­φία. Τα γε­γο­νό­τα δεν πε­ρι­γρά­φο­νται μ' επάλ­λη­λο τρόπο, αλλά ανα­κό­λου­θα. Συ­νή­θως, όμως, η αφή­γη­ση επα­νέρ­χε­ται χρο­νο­λο­γι­κά στο πρό­τε­ρο πα­ρελ­θόν, μπαί­νει σε μια χρο­νο­λο­γι­κή σειρά, μα σε λίγο και πάλι κυ­ριαρ­χεί η ανα­κο­λου­θία. Υπο­θέ­τω ότι αυτό συμ­βαί­νει διότι η ανά­κλη­ση της μνή­μης μας ακο­λου­θεί τους δι­κούς της φυ­σι­κούς νό­μους.

Το έναυ­σμα, η αφόρ­μη­ση για την πα­ρού­σα συγ­γρα­φή στά­θη­κε ο γιος της, όταν στα 2000, της έγρα­ψε την πα­ρα­κά­τω αφιέ­ρω­ση στο ημε­ρο­λό­γιο που της χά­ρι­σε: «Χρό­νια πολλά και ευ­τυ­χι­σμέ­νο το 2000... για έμπνευ­ση και νέο ξε­κί­νη­μα, πο­λι­τι­κά, αγω­νι­στι­κά, συγ­γρα­φι­κά.» κι η συγ­γρα­φέ­ας απε­φάν­θη, απευ­θυ­νό­με­νη νοερά στη μη­τέ­ρα της: «θέλει (σ.σ. ο γιος μου), μέσ' από τη δική μου μνήμη, ψη­λα­φη­τά, να σε ξα­να­βρεί, να σε γνω­ρί­σει, να ζήσει από κοντά τη δική σου ιστο­ρία.»

Και φυ­σι­κά αρ­χί­ζει ν' ανα­πο­λεί και να γρά­φει, βια­στι­κά, όπως ομο­λο­γεί η ίδια: «να προ­λά­βω να σώσω τα ιερά και όσια της ψυχής, τα άγια πρό­σω­πα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής μας... Κι εσύ, δε θέλω να πε­ρά­σεις έτσι σιω­πη­λά και αθό­ρυ­βα μέσα από τον κόσμο, κι εγώ δε θα είμαι πάντα εδώ να σ' ανα­σταί­νω κάθε μέρα.»

Το εν­λό­γω κεί­με­νο είναι γε­μά­το από πε­ρι­γρα­φές φυ­σι­κών πε­ριο­χών και το­πί­ων, αστι­κών και αγρο­τι­κών πε­ριο­χών και χώρων, ηθών και εθί­μων από το χώρο των θρη­σκευ­τι­κών γιορ­τών και των αγρο­τι­κών ασχο­λιών. Συ­νυ­πάρ­χει ένα ψη­φι­δω­τό από τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες και τις πο­λι­τι­κές εξε­λί­ξεις δια­φό­ρων ιστο­ρι­κών πε­ριό­δων. Οι πε­ρι­γρα­φές είναι απέ­ριτ­τες, γλα­φυ­ρές και με­στές. Πα­ρέ­χει πλη­ρο­φο­ρια­κά στοι­χεία στον ανα­γνώ­στη, που ίσως να μην τα γνώ­ρι­ζε. Κα­τορ­θώ­νει να τον κρατά σε εγρή­γορ­ση και με τις συ­νε­χείς ανα­δρο­μές στο πα­ρελ­θόν, του εξά­πτει το εν­δια­φέ­ρον, με τις αδιά­κο­πες απο­κα­λύ­ψεις της, τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που του θέτει έμ­με­σα, με ερ­γα­λείο τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή συ­νά­μα φόρ­τι­σή του.

Πλα­τεία Αγ. Πα­ντε­λε­ή­μο­να, στην Αχαρ­νών, εκεί που η συγ­γρα­φέ­ας έπαι­ζε μικρή, εκεί που το πρά­σι­νο κυ­ριαρ­χού­σε, στο κη­πά­κι με τους θά­μνους, τώρα, στην Κα­το­χή και με­τα­κα­το­χι­κά

«δε φυ­τρώ­νει ούτ' ένα πρά­σι­νο φύλλο. Όλος ο τόπος μοιά­ζει ανα­σκαμ­μέ­νος κι όσο πλη­σιά­ζου­με, μα­κρό­στε­νοι σωροί από χώμα ξε­χω­ρί­ζουν ο ένας πλάι στον άλλον.

Πρό­χει­ροι τάφοι δίπλα στις κού­νιες που παί­ζα­με παι­διά. Το μικρό κη­πά­κι έχει γίνει κοι­μη­τή­ρι της ανά­γκης για όσους μια μοίρα αδέ­σπο­τη τους πήρε τη ζωή. Περ­νά­με ανά­με­σά τους. Πάνω σ' έναν απ' αυ­τούς το σώμα μιας γυ­ναί­κας, πε­σμέ­νο μπρού­μυ­τα με τα μαλ­λιά λυτά πάνω στο χώμα. Η φρίκη... Κι όμως προ­σπερ­νά­με. Δεν είναι αδια­φο­ρία, είναι οι άγριες ει­κό­νες της πεί­νας στους δρό­μους και τα πε­ζο­δρό­μια της κα­το­χι­κής Αθή­νας που έχουν πα­γώ­σει τις ψυχές μας.»

Ει­κό­νες φρί­κης και από­γνω­σης, που εμείς οι νε­ό­τε­ροι και τα ση­με­ρι­νά παι­διά δεν εί­χα­με την ατυ­χία να βιώ­σου­με. Κάτι, όμως, που δε συ­νέ­βη με τα παι­διά του σύγ­χρο­νου δρά­μα­τος στον πό­λε­μο της Συ­ρί­ας, του Αφ­γα­νι­στάν κ.ά. εμπό­λε­μων πε­ριο­χών του πλα­νή­τη.

Ο αφη­γη­μα­τι­κός συ­ναι­σθη­μα­τι­κός λόγος της συγ­γρα­φέα εναλ­λάσ­σε­ται με αρ­κε­τές ρε­α­λι­στι­κές σκη­νές, που ασφα­λώς αγ­γί­ζουν την ψυχρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη λο­γι­κή και την αντι­κει­με­νι­κή ιστο­ρι­κή αλή­θεια. Εδώ, ο αφη­γη­μα­τι­κός λυ­ρι­σμός, ενώ συ­νε­χί­ζει να υπάρ­χει διά­χυ­τος στο κεί­με­νο, συ­γκρού­ε­ται ανα­πό­φευ­κτα μ' έναν «τοίχο» και μ' ένα πλή­θος θλι­βε­ρών γε­γο­νό­των, οπότε ο ανα­γνώ­στης φορ­τί­ζε­ται πε­ρί­ερ­γα και δυ­σά­ρε­στα. Όμως, αυτή η σύ­γκρου­ση είναι η αφορ­μή για γνώ­σεις, για κοι­νω­νι­κούς προ­βλη­μα­τι­σμούς, για ανα­γω­γές και πε­ρί­σκε­ψη.

Σαν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία περ­νούν μπρο­στά μας ολο­ζώ­ντα­νες σκη­νές από μια ολό­κλη­ρη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο με ιστο­ρι­κά στιγ­μιό­τυ­πα από την παλιά Αθήνα (η παλιά γει­το­νιά της συγ­γρα­φέα, ο Άγιος Πα­ντε­λε­ή­μο­νας Αχαρ­νών, το κα­τα­φύ­γιό του, το κα­φε­νείο του κυρ Νίκου, και ανα­φο­ρές: στο ξε­νο­δο­χείο «Μέγας Αλέ­ξαν­δρος», στο Εξέλ­σιορ, στο κα­φε­κο­πτείο στη γωνία της Γ΄ Σε­πτεμ­βρί­ου, στο εστια­τό­ριον «Η Ελλάς», στο γρα­φείο του πα­τέ­ρα στην Αρι­στεί­δου, στο σχο­λείο του Προ­κο­πί­δη στην Αρι­στο­τέ­λους, στα προ­σφυ­γι­κά της Λεωφ. Αλε­ξάν­δρας, στην πλα­τεία Βάθη, στην Αχαρ­νών, στους Αμπε­λό­κη­πους κ.λπ.) Σκη­νές από το Μαρ­κό­που­λο και το Πόρ­το-Ρά­φτη της Με­σο­γαί­ας Ατ­τι­κής. Τρα­γι­κές σκη­νές από συ­γκλο­νι­στι­κά γε­γο­νό­τα (από τις μάχες στην Αθήνα στα Δε­κεμ­βρια­νά, στην Κα­το­χή και στον Εμ­φύ­λιο, από τις φυ­λα­κί­σεις στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ της για­γιάς της, της θείας Αγνής, των δύο θείων της πο­λι­τι­κών κρα­τού­με­νων, αλλά και από την πείνα, τα συσ­σί­τια της Κα­το­χής, την ει­σβο­λή των Γερ­μα­νών στην Αθήνα, ενώ εκεί­νοι οι­κο­γε­νεια­κά βρί­σκο­νταν στο Μαρ­κό­που­λο λόγω των σχο­λι­κών δια­κο­πών του Πάσχα) Ει­κό­νες από κά­ποιες ηρω­ι­κές φυ­σιο­γνω­μί­ες (όπως είναι οι εκτε­λε­σμέ­νοι στο Χαϊ­δά­ρι, ο δικός τους Να­πο­λέ­ων, αντάρ­της κα­πε­τά­νιος της Πε­λο­πον­νή­σου, ο οποί­ος στα 1950, πέ­ρα­σε από δίκη στο Ναύ­πλιο, τον οποίο ανε­ψιό του υπε­ρα­σπί­στη­κε ο δι­κη­γό­ρος πα­τέ­ρας της συγ­γρα­φέα και γλι­τώ­νο­ντας την εκτέ­λε­ση, κα­τα­δι­κά­στη­κε «μόνο»... σε «ισό­βια», τους δι­κούς τους νέους Γιάν­νη και Γιώρ­γο, οι οποί­οι αιχ­μα­λω­τί­στη­καν από τους Γερ­μα­νούς και κλεί­στη­καν στο κο­λα­στή­ριο των φυ­λα­κών της Χίου κ.λπ.):

«Θα πρέ­πει να 'νιω­σες βαθιά τις αδι­κί­ες της ζωής, της δι­κιάς σου κι όλης σου της γε­νιάς: πό­λε­μος, κα­το­χή, εμ­φύ­λιος, αρ­ρώ­στιες, ανέ­χεια. Όμως, κα­νείς δε σε είδε να πα­ρα­πο­νε­θείς μήτε να δει­λιά­σεις. Πάντα γεν­ναία και γερή σε βρή­καν μπρος τους οι φουρ­τού­νες και δεν κα­τά­φε­ραν ποτέ ως τώρα να σε ρί­ξουν κάτω. Με πόσο ρε­α­λι­σμό, σύ­νε­ση και σοφία στά­θη­κες απέ­να­ντί τους, σί­γου­ρη πως θα τα 'βγα­ζες πέρα, κι έδω­σες τη μάχη κό­ντρα στη δυ­στυ­χία και την απε­ρί­γρα­πτη φτώ­χεια που την ακο­λού­θη­σε, μέσα στη γε­νι­κή εξα­θλί­ω­ση που βύ­θι­σε τη χώρα και τους αν­θρώ­πους της ο πό­λε­μος και τα επα­κό­λου­θά του. Μόνο που σ' αυτό σου τον αγώνα ξό­δε­ψες ό,τι θα μπο­ρού­σε να ήταν τα κα­λύ­τε­ρα χρό­νια της ζωής σου.»

Κι ενώ βρί­σκο­νται στο Μαρ­κό­που­λο, κι ενώ πλη­ρο­φο­ρού­νται για την ει­σβο­λή των Γερ­μα­νών κα­τα­κτη­τών στην Αθήνα, κι ενώ είναι Μ. Πα­ρα­σκευή και ακο­λου­θεί η Ανά­στα­ση, γρά­φει:

«Η Αθήνα κάτω από τις ερ­πύ­στριες των τανκ. Ψυχή στους δρό­μους. Τα σπί­τια σιω­πη­λά, τα παν­τζού­ρια σφα­λι­στά, σαν να δό­θη­κε σύν­θη­μα που απλώ­θη­κε απ' άκρη σ' άκρη: η Αθήνα πόλη νεκρή. [...] Η Κα­το­χή είχε αρ­χί­σει. Δε θυ­μά­μαι να γιορ­τά­στη­κε η Ανά­στα­ση εκεί­νη τη χρο­νιά...»

Δεν πα­ρα­λεί­πει, ακόμη ν' ανα­φερ­θεί στο όνει­ρο της μη­τέ­ρας της να γίνει δα­σκά­λα, που δυ­στυ­χώς πα­ρέ­μει­νε όνει­ρο. Στο τα­ξί­δι της μη­τέ­ρας της, τον Αύ­γου­στο του 1965, στο Στρα­σβούρ­γο, για να δει τον εγ­γο­νό της, που μόλις είχε γεν­νη­θεί.

Χα­ραγ­μέ­νη έντο­να στη μνήμη της συγ­γρα­φέα είναι και μια άλλη εμ­βλη­μα­τι­κή μορφή: η για­γιά της, που ζούσε και δη­μιουρ­γού­σε στο Μαρ­κό­που­λο, μέσα σ' ένα εύ­πο­ρο με­γα­λο­α­γρο­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Η δράση της στα οι­κο­γε­νεια­κά, ερ­γα­σια­κά και κοι­νω­νι­κά δρώ­με­να της επο­χής και του τόπου την εντυ­πω­σιά­ζει. Ένα ολό­κλη­ρο κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου αφιε­ρώ­νει στην αγα­πη­μέ­νη της για­γιά.

Ανα­φο­ρές γί­νο­νται στην εμ­βλη­μα­τι­κή μορφή του συν­θέ­τη και αγω­νι­στή τότε, Μίκη Θε­ο­δω­ρά­κη και στην πα­ρά­στα­ση που είδαν με τη μη­τέ­ρα της στο θέ­α­τρο Κα­λου­τά, στην Πα­τη­σί­ων (Πλατ. Αμε­ρι­κής): «Το τρα­γού­δι του νε­κρού αδερ­φού» με τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο στη σκηνή Γρη­γό­ρη Μπι­θι­κώ­τση, στα 1960-61 και τις λαϊ­κές συ­ναυ­λί­ες του στην επαρ­χία, με τον «Επι­τά­φιο» επί­σης του Γιάν­νη Ρί­τσου, με την Αλέκα Παΐζη και την Ει­ρή­νη Παπά.

Και στα 2006, γυ­ρί­ζο­ντας στο σπίτι της μετά από κά­μπο­σους μήνες τα­ξί­δι, τη σο­κά­ρει η σιωπή και το λι­γο­στό φως του σπι­τιού, γυ­ρί­ζει το δια­κό­πτη του ηλε­κτρι­κού, και αμέ­σως μετά ανοί­γει τα πα­ρά­θυ­ρα για να μπει πιό­τε­ρο φως, ο ήλιος, στο εσω­τε­ρι­κό του σπι­τιού και συ­νε­χί­ζο­ντας την αφή­γη­σή της γρά­φει:

«Κά­θο­μαι στην πο­λυ­θρό­να σου. Ακου­μπώ τους αγκώ­νες στο σκα­λι­στό ξύ­λι­νο χε­ρού­λι. Μου φαί­νε­ται πως έχει ακόμα την αφή των χε­ριών σου. Αρκεί να κλεί­σω τα μάτια για ν' ακού­σω τη φωνή σου να μας κα­λω­σο­ρί­ζει...»

Μετά το τέλος της θαυ­μά­σιας αφή­γη­σής της, πα­ρα­θέ­τει στο τέλος του κει­μέ­νου της τη συλ­λυ­πη­τή­ρια επι­στο­λή που της έστει­λε για το θά­να­το της μη­τέ­ρας της, από το Μπες (Besse), ο φίλος της Φραν­σουά, στα γαλ­λι­κά, αλλά και σε ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση.

Τέλος, στο βι­βλίο δη­μο­σιεύ­ο­νται διά­σπαρ­τα αρ­κε­τές οι­κο­γε­νεια­κές και άλλες φω­το­γρα­φί­ες, οι οποί­ες απο­τυ­πώ­νουν πιστά την εποχή, χρή­σι­μες και για την κα­τα­γρα­φή της ιστο­ρι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Η μη­τέ­ρα της Μα­ρί­ας Κα­νέλ­λη-Schaal, έφυγε από τη ζωή το Φε­βρουά­ριο του 1997, πλή­ρης ημε­ρών, στα 93 χρό­νια της. Ποτέ, όμως, δεν έφυγε από τη μνήμη και την καρ­διά της, με απο­τέ­λε­σμα όχι μόνο να ζει ακόμη και σή­με­ρα η αεί­μνη­στη Ελένη Κα­νέλ­λη από το Μαρ­κό­που­λο Με­σο­γαί­ας Ατ­τι­κής, αλλά και να τη γνω­ρί­σου­με αρ­κε­τά καλά κι εμείς οι ανα­γνώ­στες του βι­βλί­ου της, όλη τη ζωή της και της οι­κο­γέ­νειάς της, κατά την προ­πο­λε­μι­κή, πο­λε­μι­κή, εμ­φυ­λια­κή και με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ρί­ο­δο, ως το τέλος του προη­γού­με­νου αιώνα.

Σας ευ­χα­ρι­στού­με κ. Μαρία Κα­νέλ­λη γι' αυτή την έμ­με­ση, αλλά ολο­ζώ­ντα­νη γνω­ρι­μία, καθώς και για τη γλα­φυ­ρή, συ­γκι­νη­τι­κή αφή­γη­ση και της δικής σας ζωής.

Να είστε πά­ντο­τε καλά και να γρά­ψε­τε και άλλα κεί­με­να μ' αυτή τη δυ­να­μι­κή και συ­νά­μα ευαί­σθη­τη πέννα σας.

Σας ευ­χα­ρι­στώ.

Στιγμές από τη δραστηριότητά μας

Σεμινάριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
"Ναπολέων Λαπαθιώτης"
Κυριακή 11-2-2018
Γιώργος Ηρακλέους

Σεμινάριο Φιλοσοφίας

Αισθητική - Τέχνη - Ηθική. Μια μαρξιστική εξέλιξη
Δευτέρα, 11.12.2017 
Άννεκε Ιωαννάτου


Η πρώτη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου μας - 25/2/2018 

Εκλογή εφορευτικής επιτροπής για διενέργεια αρχαιρεσιών.


Κοπή πρωτοχρονιάτικης πίτας - Λαχειοφόρος αγορά βιβλίων Κυριακή 28-1-2018

ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
Οι κυρίες της Γραμματείας του ΣΕΛΕ
Οι κυρίες της Γραμματείας του ΣΕΛΕ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, Αγ.Δημήτριος, Οκτ. 2018
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, Αγ.Δημήτριος, Οκτ. 2018
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΟΚΤ.2018
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΟΚΤ.2018
ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ 11.11.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
Καταστατική Γ.Σ. 8.10.2018
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Αγ. Δημήτριος Οκτ. 2018
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Αγ. Δημήτριος Οκτ. 2018
Γιώργος Ηρακλέους, Φιλόλογος
Γιώργος Ηρακλέους, Φιλόλογος

Σεμινάρια Φιλοσοφίας και Θέατρο

Σεμινάριο πολιτικής οικονομίας (video) 


Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη
26-4-2017